Ο Ντέρεκ (μάλλον) δεν διαβάζει βιβλία, αν όμως διάβαζε, θα πρότεινε…

Ο Ντέρεκ (μάλλον) δεν διαβάζει βιβλία, αν όμως διάβαζε, θα πρότεινε…

…σίγουρα το μυθιστόρημα της Shelby Van Pelt «Πανέξυπνα πλάσματα» γιατί… θα ήθελε να
γνωρίσει και να αλληλεπιδράσει με τον Μάρκελο, το ηλικιωμένο γιγάντιο χταπόδι τού
Ειρηνικού -σοφό, παρατηρητικό, εφευρετικό, λαίμαργο, σκανταλιάρικο, γεμάτο ευαισθησία
και κατανόηση για πλάσματα εντελώς διαφορετικά από αυτόν, παρόλο που τον κρατούν
αιχμάλωτο σχεδόν όλη του τη ζωή, πιστό στις φιλίες του και αποφασισμένο να βοηθήσει
όσους το αξίζουν. Ο Ντέρεκ, ο 13χρονος και 40κιλος σκύλος μας, πολλά θα είχε να πει με τον
Μάρκελο!

Το βιβλίο έχει αριθμό εισαγωγής 1811 στον κατάλογο της βιβλιοθήκης και είναι δωρεά της
Ελευθερίας Λάρδα, μηχανολόγου.

Ο Ντέρεκ φωτογραφήθηκε μπροστά σε ομάδα φυτών που κανονικά βρίσκονται διάσπαρτα σε
διάφορα γραφεία των συστεγαζόμενων σχολείων, όμως …ξεκαλοκαιριάζουν συγκεντρωμένα
στο φουαγιέ του αμφιθεάτρου, όπου τα φροντίζει (και αυτά) ο επιστάτης μας, ο Ριντόι.

Πίσω τους διακρίνεται το έργο “Αποχωρισμοί και μνήμες: τι μένει όταν χάνουμε κάτι” της ARTeam14.

Van Pelt, Shelby (2023). Πανέξυπνα πλάσματα. Μτφρ. Διονυσοπούλου Ιλάειρα. Αθήνα:
Μεταίχμιο

Ο Μάρκελος είναι ένα γιγάντιο χταπόδι του Ειρηνικού, κλεισμένο από τα νιάτα του στο
ενυδρείο της μικρής πόλης Σόουελ Μπέι. Του αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους αλλά
κυρίως του αρέσει να δραπετεύει από το γυάλινο κλουβί του τα βράδια, όταν όλα ησυχάζουν,
για να ψάξει λιχουδιές και να κάνει αταξίες –για 198 λεπτά, όσα αντέχει έξω από το νερό. Ένα
βράδυ συναντά την καθαρίστρια, Τόβα Ισάλιβαν, και αναγκάζεται να δεχτεί τη βοήθειά της,
αφού ένα πλοκάμι του έχει μπλεχτεί στο καλώδιο φορτιστή. Η Τόβα τον απεγκλωβίζει και μια
απρόσμενη φιλία ξεκινά. Καθώς ο Μάρκελος γνωρίζει πολλά και συναισθάνεται πολύ
περισσότερα, θα προσπαθήσει με όλες του τις δυνάμεις να βοηθήσει δύο ανθρώπους από
διαφορετική γενιά, την Τόβα και τον αντικαταστάτη της, τον έξυπνο μα πληγωμένο Κάμερον,
να καταρρίψουν βεβαιότητες και να λύσουν τα μυστήρια που στοιχειώνουν τις ζωές τους ενώ
παράλληλα αναπτύσσουν μια δυνατή σχέση.

Στο πρώτο της αυτό μυθιστόρημα, η Αμερικανίδα συγγραφέας προσεγγίζει με χιούμορ και
αισιοδοξία ζητήματα «σοβαρά» όπως το πένθος, την απώλεια, τα γηρατειά, τις ανατροπές της
ζωής και γράφει τελικώς ένα συγκινητικό αλλά ευχάριστο και ανάλαφρο βιβλίο. Τολμάει
μάλιστα να κάνει (εν μέρει) αφηγητή το χταπόδι Μάρκελο, που σχολιάζει απολαυστικά τόσο
την ιστορία όσο και την ανθρώπινη φύση και αποτελεί βέβαια το μεγάλο ατού τού βιβλίου.

Για καλή τύχη αυτής της παρουσίασης, συνέπεσε χρονικά με το συγκλονιστικό άρθρο της
δημοσιογράφου Τασούλας Επτακοίλη «Όταν το χταπόδι έσβησε το φως» (Καθημερινή, 20-08-
24), σύμφωνα με το οποίο η στάση των ανθρώπων για τα χταπόδια, τουλάχιστον στη Δύση,
έχει επηρεαστεί τα τελευταία χρόνια τόσο από το μυθιστόρημα αυτό της Shelby όσο και από
το ντοκιμαντέρ του Netflix «My Octopus Teacher», που καταγράφει τη σχέση που ανέπτυξε

ο κινηματογραφιστής Κρεγκ Φόστερ με ένα χταπόδι στη διάρκεια καταδύσεων. Ανάμεσα σε
πολλά και ενδιαφέροντα, η Επτακοίλη παραθέτει μέρος συνέντευξης του Πίτερ Γκόντφρι-
Σμιθ, καθηγητή Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, το οποίο
πιστεύουμε ότι θα χαιρόταν να το διάβαζε ο Ντέρεκ μας:

«Τα χταπόδια είναι ασυνήθιστα πολύπλοκα και ευαίσθητα ζώα. Και αυτός είναι ένας καλός
λόγος για να αποφύγει κανείς να τα βάλει στο πιάτο του. […] Ένα κοινό χταπόδι (Octopus
vulgaris) έχει στο σώμα του σχεδόν 500 εκατ. νευρώνες. Ο αριθμός αυτός είναι μεγάλος σχεδόν
από κάθε άποψη. Οι άνθρωποι βέβαια έχουν πολύ περισσότερους –περίπου 100 δισ.–, αλλά
τα χταπόδια ανήκουν στην ίδια τάξη μεγέθους μικρότερων θηλαστικών και μοιάζουν πολύ με
τους σκύλους. Έχουν το μεγαλύτερο νευρικό σύστημα από όλα τα ασπόνδυλα ζώα και πλούσιες
αισθητηριακές ικανότητες. Είναι από τα εξυπνότερα πλάσματα στο ζωικό βασίλειο, ξεχωρίζουν
για την περιέργειά τους και τον εξερευνητικό τρόπο αλληλεπίδρασης με τον κόσμο. Σε
συνθήκες αιχμαλωσίας μαθαίνουν να βρίσκουν τον δρόμο τους σε λαβυρίνθους, να κατανοούν
οπτικές ενδείξεις, να ξεβιδώνουν καπάκια από βάζα. Επίσης, αναγνωρίζουν τα πρόσωπα των
ανθρώπων που βλέπουν και έχουν εξαιρετική μνήμη. Και κάτι ακόμα: όταν μελετάς ψάρια,
αυτά δεν έχουν την παραμικρή ιδέα ότι βρίσκονται σε μια δεξαμενή, σε ένα αφύσικο
περιβάλλον. Με τα χταπόδια το πράγμα είναι εντελώς διαφορετικό. Ξέρουν ότι βρίσκονται σε
ένα “ειδικό” μέρος και ότι εσύ βρίσκεσαι έξω από αυτό. Και ο τρόπος που συμπεριφέρονται
είναι επηρεασμένος από την επίγνωσή τους για την κατάσταση ανελευθερίας τους».